Τι είναι συμπληρώματα και τι βιταμίνες;

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι έχουν βάλει στην καθημερινότητά τους συμπληρώματα διατροφής, τα οποία είναι πλούσια σε βιταμίνες και άλλα θρεπτικά στοιχεία.

Τι είναι όμως τα συμπληρώματα διατροφής και που χρησιμεύουν;

Τα συμπληρώματα διατροφής είτε είναι φυτικά είτε είναι φυσικά έχουν δημιουργηθεί ώστε να καλύπτουν ορισμένες ανάγκες σε θρεπτικά συστατικά που προκύπτουν στον ανθρώπινο οργανισμό. Υπάρχουν ώστε να βοηθούν στη διατήρηση της καλής λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού πάντοτε σε συνδυασμό με μία ισορροπημένη διατροφή, καθώς ένα συμπλήρωμα δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως τροφή που μπορεί να αντικαταστήσει ένα φυσιολογικό γεύμα.

Τι μας έχει οδηγήσει σήμερα όμως να έχουμε ανάγκη ένα συμπλήρωμα διατροφής; Σήμερα η διατροφή μας είναι πλουσιότερη απ’ότι παλιότερα, πολλές φορές όμως διαπιστώνεται ότι υπάρχουν ελλείψεις σε σειρά θρεπτικών συστατικών, τα οποία είναι απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού και αυτό συμβαίνει καθώς η αφθονία βιομηχανοποιημένων ειδών διατροφής και η άγνοια των βασικών αρχών διατροφής έχουν οδηγήσει μεγάλο τμήμα του πληθυσμού σε μη ισορροπημένη διατροφή. Έτσι, παρατηρείται το φαινόμενο της πολύ πλούσιας τροφής σε θερμίδες και λίπη και της φτωχής ταυτόχρονα σε πρωτεΐνες, βιταμίνες και μέταλλα. Αυτό οδηγεί στο να γίνονται σχεδόν απαραίτητα τα συμπληρώματα διατροφής. Βασικό γνώρισμα των περισσότερων συμπληρωμάτων διατροφής είναι ότι περιέχουν τουλάχιστον ένα από τα εξής συστατικά: βιταμίνες, ανόργανα συστατικά, βότανα, αμινοξέα ή συνδυασμό αυτών. Μέσα από τη λήψη τους καταφέρνουμε να αποκτήσουμε την ευεξία, την ενέργεια και την καλύτερη θωράκιση του οργανισμού μας από εξωτερικούς εισβολείς.

Τί είναι οι βιταμίνες;

Οι βιταμίνες είναι απαραίτητες για την κανονική ανάπτυξη και διατήρηση ενός ζωντανού οργανισμού, ο οποίος δεν είναι σε θέση να τις συνθέσει τουλάχιστον στην ποσότητα που του είναι απαραίτητες. Δρουν ακόμη και όταν λαμβάνονται σε πολύ μικρές ποσότητες, ενώ δεν έχουν θερμιδική αξία. Η δράση τους έγκειται στη ρύθμιση της μεταβολικής διαδικασίας και των ενεργειακών μετατροπών που συμβαίνουν στον οργανισμό, παρόλο που οι ίδιες δεν προσφέρουν ενέργεια στον οργανισμό. Η έννοια της βιταμίνης διατυπώθηκε πρώτη φορά από τον Ολλανδό Κρίστιαν Άικμαν. Οι βιταμίνες συμβολίστηκαν με γράμματα σύμφωνα με τη λειτουργία της κάθε μίας. Έχουν διαφορές μεταξύ τους ως προς τη δομή και τη λειτουργία τους και διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες, τις υδατοδιαλυτές και τις λιποδιαλυτές.

Στην πρώτη κατηγορία βρίσκουμε τις υδατοδιαλυτές βιταμίνες. Οι υδατοδιαλυτές βιταμίνες περιλαμβάνουν τη βιταμίνη C και την ομάδα των βιταμινών Β δηλαδή θειαμίνη, ριβοφλαβίνη, νιασίνη , πυριδοξίνη, παντοθενικό οξύ, φυλικό οξύ, κοβαλαμίνη και βιοτίνη. Είναι απλά μόρια που περιέχουν υδρογόνο, οξυγόνο και άνθρακα, ενώ μερικά περιέχουν θείο, άζωτο και κοβάλτιο. Ο βαθμός διάλυσης τους στο νερό είναι διαφορετικός και αυτή η ιδιότητα επηρεάζει την απορρόφησή τους από το έντερο και στη συνέχεια την απέκκρισή τους και την αποθήκευσή τους στους ιστούς του οργανισμού. Οι υδατοδιαλυτές βιταμίνες δεν μπορούν να αποθηκευτούν στο σώμα καθώς οι επιπλέον ποσότητές τους αποβάλλονται μέσω των ούρων. Αυτός είναι και ο λόγος που χρειάζεται ο οργανισμός μας συνεχή λήψη, συχνά σε καθημερινή βάση.

Η δεύτερη κατηγορία βιταμινών είναι οι λιποδιαλυτές. Οι λιποδιαλυτές είναι αυτές οι βιταμίνες που απορροφούνται από το γαστρεντερικό σύστημα με την παρουσία και τη συμμετοχή των λιπών. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι βιταμίνες Α, D, E, K. Οι συγκεκριμένες βιταμίνες έχουν τη δυνατότητα να αποθηκεύονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο σώμα. Ενώ η χώνεψή τους πραγματοποιείται μόνο στη χολή, καθώς είναι αδιάλυτες στο νερό.

Είναι σύνηθες να λαμβάνεται ένας συνδυασμός αυτών των βιταμινών, ώστε να μεγιστοποιούνται τα αποτελέσματά τους. Τα συμπληρώματα διατροφής με τη μορφή πολυβιταμίνης μπορεί να συνδυάζουν βιταμίνες και από τις δύο κατηγορίες.

Τέλος, να αναφερθεί ότι ένα συμπλήρωμα διατροφής μπορεί να ληφθεί ανεξαρτήτως ηλικίας, καθώς πλέον υπάρχουν εξειδικευμένα προϊόντα που απευθύνονται σε μικρά παιδιά, έχοντας στη σύστασή τους τι σημαντικότερες βιταμίνες στις απαραίτητες ποσότητες.

 

Βιταμίνη C. Ο πρωταγωνιστής των βιταμινών!

Οι βιταμίνες είναι απαραίτητες για τον οργανισμό μας. Η έλλειψη τους μπορεί να προκαλέσει κούραση, ατονία, πονοκεφάλους αλλά και προβλήματα συγκέντρωσης. Οι ανάγκες μας αυξάνονται μετά από κάποια σωματική ή πνευματική καταπόνηση. Μία ισορροπημένη διατροφή μπορεί να καλύψει τις ανάγκες σε βιταμίνες. Ακόμη η λήψη τους μπορεί να γίνει και μέσα από φυσικά συμπληρώματα διατροφής που περιέχουν ορισμένες από τις σημαντικότερες βιταμίνες. Από τις πιο γνωστές βιταμίνες που μπορεί κάποιος να λάβει είναι η βιταμίνη C που έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να συμβάλλει σε πολλές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού.

Συγκεκριμένα, η βιταμίνη C, γνωστή και ως ασκορβικό οξύ, ανήκει στις υδατοδιαλυτές βιταμίνες. Ο ανθρώπινος οργανισμός δε μπορεί να συνθέσει από μόνος του αυτή τη βιταμίνη για αυτό και πρέπει να τη προσλαμβάνει από τη καθημερινή του διατροφή. Η βιταμίνη C αποτελεί πιθανότατα το πιο γνωστό και ευρύτερα χρησιμοποιούμενο διατροφικό συμπλήρωμα.

Μία από τις πιο γνωστές ιδιότητες της βιταμίνης αυτής είναι ότι συμβάλλει στην καλή εμφάνιση του δέρματος. Βοηθά το σώμα στη δημιουργία του κολλαγόνου, σημαντική πρωτεΐνη που χρησιμοποιείται από το δέρμα, τους χόνδρους, τους τένοντες, τους συνδέσμους και τα αιμοφόρα αγγεία.

Παράλληλα, είναι ένα ισχυρό αντιοξειδωτικό, μαζί με τη βιταμίνη Ε, τη βήτα-καροτίνη, και πολλά άλλα θρεπτικά συστατικά. Τα αντιοξειδωτικά, γενικότερα, μπλοκάρουν ορισμένες από τις ζημίες που προκαλούνται από τις ελεύθερες ρίζες, ουσίες που παράγονται από τον οργανισμό ή εξαιτίας του σύγχρονου τρόπου ζωής και διάφορων περιβαλλοντολογικών παραγόντων. Η συσσώρευση των ελεύθερων ριζών με την πάροδο του χρόνου μπορεί να συμβάλει στην επιτάχυνση της διαδικασία γήρανσης. Ταυτόχρονα, ως ισχυρό αντιοξειδωτικό, η βιταμίνη C ευνοεί τη φυσιολογική λειτουργία της όρασης, καθώς ο φακός του ματιού χρειάζεται μεγάλες ποσότητες βιταμίνης C εξαιτίας της συνεχόμενης έκθεσής του στην ηλιακή ακτινοβολία. Επίσης, ιδιαίτερα σημαντική είναι και η προσφορά της στη λειτουργία του νευρικού συστήματος, συμβάλλοντας στη μείωση των επιπέδων του στρες. Τέλος, η βιταμίνη C συμβάλλει στη φυσιολογική λειτουργία των μεταβολικών διεργασιών που αποσκοπούν στην παραγωγή ενέργειας, μειώνοντας με αυτόν τον τρόπο το αίσθημα της κούρασης.

Αναφορές
diatrofi.gr
umm.edu
health.howstuffworks.com
thehealthsite.com

Όσα δεν ξέρετε για το Σίδηρο!

σίδηρος-2Ο Σίδηρος είναι ένα βασικό μεταλλικό στοιχείο, ένα από τα κύρια συστατικά μεταφοράς οξυγόνου στον ανθρώπινο οργανισμό. Πιθανός μια από τις πιο γνωστές πηγές για την λήψη του Σιδήρου είναι το κρέας, παρόλα αυτά όμως Σίδηρος μπορεί να βρεθεί και σε ορισμένα λαχανικά σε μικρότερες όμως ποσότητες. Όμως είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι  παρόλο που μπορεί να βρεθεί σε μια σειρά προϊόντων η έλλειψη του είναι μια από τις πιο κοινές ελλείψεις που μπορεί να διαπιστωθεί στον ανθρώπινο οργανισμό, οπότε και η λήψη κάποιου συμπληρώματος είναι αναγκαία.

Πιο αναλυτικά ο ρόλος του Σίδηρου!

Ένα από τα πιο σημαντικά μέταλλα, ο Σίδηρος, είναι εξαιρετικά ουσιώδης για τη σωστή λειτουργία του οργανισμού μας, αφού μεταφέρει οξυγόνο σε όλα τα μέρη του σώματος. Μια μικρή έλλειψή του μπορεί να προκαλέσει αναιμία (και κατά συνέπεια κούραση και αδυναμία), ενώ η χρόνια έλλειψή του μπορεί να οδηγήσει σε ανεπάρκεια κάποιου οργάνου. Ο Σίδηρος είναι ένα μέταλλο που χρειάζεται το σώμα μας για πολλές λειτουργίες. Για παράδειγμα, ο Σίδηρος είναι συστατικό της αιμοσφαιρίνης, μια πρωτεΐνη που μεταφέρει το οξυγόνο από τους πνεύμονες μας σε όλο το σώμα μας. Βοηθά τους μυς μας να αποθηκεύουν και να χρησιμοποιούν το οξυγόνο. Ο Σίδηρος είναι επίσης μέρος πολλών άλλων πρωτεϊνών και ενζύμων. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι κατά την λήψη του Σιδήρου, για να γίνει καλύτερα η απορρόφησή του θα μπορούσε παράλληλα να λαμβάνεται και βιταμίνη Cκαθώς οδηγεί στην καλύτερη απορρόφηση.

Πιο αναλυτικά όλοι οι ιστοί στο σώμα μας χρειάζονται μια σχεδόν σταθερή παροχή οξυγόνου για την διατήρηση της ζωής. Αυτή η διατήρηση της μεταφοράς οξυγόνου πραγματοποιείται μέσω της μεταφοράς του οξυγόνου από τα ερυθρά κύτταρα. Αυτά έχουν μία πρωτεΐνη που περιέχει σίδηρο, η οποία ονομάζεται αιμοσφαιρίνη, ενώ είναι το βασικό συστατικό που δίνει το κόκκινο χρώμα στο αίμα, η οποία είναι ένας τέλειος μεταφορέας οξυγόνου και απελευθερώνει οξυγόνο με έναν ακριβή και στοχευμένο τρόπο.

Ο μέσος άνδρας έχει περίπου 2 γραμμάρια Σιδήρου στα κύτταρα του αίματος του σε κάθε συγκεκριμένες στιγμή, ενώ οι γυναίκες έχουν περίπου 1,6 γραμμάρια. Αν η διαιτητική πρόσληψη Σιδήρου πέφτει κάτω από τις καθημερινές ανάγκες το ποσό αυτό της αποθήκευσης είναι μειωμένο. Η μείωση στον αριθμό αυτό που σχετίζεται με τα χαμηλά αποθέματα Σιδήρου (ή άλλες ελλείψεις θρεπτικών συστατικών, συμπεριλαμβανομένης της βιταμίνης Β12, φυλλικό οξύ, χαλκό και βιταμίνη Α) ονομάζεται αναιμία, το οποίο είναι ιδιαιτέρως συχνό φαινόμενο σε γυναίκες καθώς αποβάλλουν μεγάλες ποσότητες αίματος κατά την διάρκεια του μήνα που μπορεί να οδηγήσει σε αυτή την κατάσταση.

Πέραν των βασικών ρόλων που παίζει ο Σίδηρος στη μεταφορά οξυγόνου στους ιστούς, είναι επίσης απαραίτητο συστατικό για την ενίσχυση του μεταβολισμού για τους μυς και άλλα ενεργά όργανα. Το μυϊκό σύστημα του ανθρώπου χωρίς την παρουσία του Σιδήρου θα ατονούσε και δεν θα είχε καμία ελαστικότητα. Σχεδόν όλα τα κύτταρα στο σώμα μας έχουν ανάγκη από διατροφικές θερμίδες ώστε να έχουν ενέργεια, μέσα από μια διαδικασία που απαιτείται ο Σίδηρος. Όταν τα αποθέματα Σιδήρου δεν είναι επαρκεί, αυτή η διαδικασία μπορεί να διατρέχει πολλούς κινδύνους και μπορεί να οδηγήσει σε μια γενικευμένη κόπωση. Ενώ, λαμβάνει μέρος και στον σχηματισμό πολλών ουσιωδών νευροδιαβιβαστών όπως η ντοπαμίνη, η νορεπινεφρίνη και η σεροτονίνη. Αυτές οι χημικές ουσίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε διάφορες δραστηριότητες που περιλαμβάνουν νευρώνες και τον ανθρώπινο εγκέφαλο.

Ταυτόχρονα, ο Σίδηρος είναι ένας σημαντικός παράγοντας διευκόλυνσης στη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος. Ένα ενδιαφέρον γεγονός είναι ότι έχει την ικανότητα να την ρυθμίζει σύμφωνα με την ικανότητα απορρόφησης που έχει το σώμα. Διατηρώντας τη θερμοκρασία του σώματος σταθερή σημαίνει ότι οι ενζυμικές και οι μεταβολικές λειτουργίες μπορεί να συμβούν σε ένα καλύτερο και πιο αποτελεσματικό περιβάλλον.

Αναφορές

  •  nlm.nih.gov/medlineplus/iron.html
  • organicfacts.net
  • wikipedia.org

 

Μαγνήσιο! Ένα μέταλλο που εμπλέκεται σε πολλές λειτουργίες του οργανισμού!

magnesium-periodic-table

Το Μαγνήσιο είναι ένα άφθονο μέταλλο στο σώμα, υπάρχει φυσικά και σε πολλά τρόφιμα, ενώ μπορεί να προστεθεί και σε διάφορα προϊόντα διατροφής. Το Μαγνήσιο εξαιτίας της σημαντικότητας που έχει για τον ανθρώπινο οργανισμό προσφέρεται και σε συμπλήρωμα διατροφή ώστε να προλαμβάνει τυχόν ελλείψεις που μπορεί να προκύψουν. Το Μαγνήσιο είναι συμπαράγοντας σε περισσότερα από 300 ενζυμικά συστήματα που ρυθμίζουν ποικίλες βιοχημικές αντιδράσεις στο σώμα, συμπεριλαμβανομένης της σύνθεσης πρωτεϊνών, των μυών και των νεύρων, τον έλεγχο της γλυκόζης στο αίμα, καθώς και στη βοήθεια ρύθμισης της αρτηριακής πίεσης. Το Μαγνήσιο απαιτείται για την παραγωγή ενέργειας. Συμβάλλει στην διαρθρωτική ανάπτυξη των οστών και είναι απαραίτητο για τη σύνθεση του DNA και του RNA. Μια από τις σημαντικότερες ιδιότητες του Μαγνησίου είναι ο ρόλος του στην μεταφορά ιόντων ασβεστίου και καλίου διαμέσου των κυτταρικών μεμβρανών, μια διαδικασία που είναι σημαντική για την μετάδοση νευρικών σημάτων, για την σύσπαση των μυών και έναν φυσιολογικό καρδιακό ρυθμό. Ένα ενήλικο σώμα περιέχει περίπου 25 g Μαγνησίου, με 50% έως 60% από αυτό να βρίσκεται στα οστά και το υπόλοιπο στους μαλακούς ιστούς.

Τι μπορεί να προκαλέσει η έλλειψη Μαγνησίου;
Πρόωρα σημάδια έλλειψης Μαγνησίου μπορεί να περιλαμβάνουν απώλεια όρεξης, ναυτία, έμετο, κόπωση και αδυναμία. Καθώς η ανεπάρκεια Μαγνησίου επιδεινώνεται, μούδιασμα, μυρμήγκιασμα, μυϊκές συσπάσεις και κράμπες, σπασμοί, αλλαγές στην προσωπικότητα και ανωμαλίες στον καρδιακό ρυθμό μπορεί να εμφανιστούν. Σοβαρή ανεπάρκεια Μαγνησίου μπορεί να οδηγήσει σε υπασβεστιαιμία ή υποκαλιαιμία (χαμηλά επίπεδα ασβεστίου ή καλίου αντίστοιχα), δεδομένου ότι διαταράσσεται η ομοιόσταση των ορυκτών αυτών. Ένω έχει εμφανιστεί ότι η χαμηλή περιεκτικότητα σε Μαγνήσιο μπορεί να είναι ένας παράγοντας εμφάνισης οστεοπόρωσης.

Σε τι μας βοηθά η λήψη Μαγνησίου;
Η υπέρταση είναι ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου για καρδιακή νόσο και γενικότερα προβλήματα που σχετίζονται με τον οργανισμό και την σωστή λειτουργία του. Μελέτες μέχρι σήμερα έχουν εμφανίσει ότι τα συμπληρώματα Μαγνησίου μπορούν να βοηθήσουν στην μείωση της αρτηριακής πίεσης, σε ένα σημαντικό βαθμό. Σε μια μετα-ανάλυση 12 κλινικών δοκιμών διαπιστώθηκε ότι τα συμπληρώματα Μαγνησίου που λαμβάνονταν για 8 με 26 εβδομάδες σε υπερτασικούς συμμετέχοντες κατέληξαν να οδηγούν σε μια μείωση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης. Ενώ, συνδυαστικά με αυτά τα αποτελέσματα έχει αναφερθεί ότι το Μαγνήσιο είναι ένα συστατικό που θα μπορούσε να συνεισφέρει και στην καλύτερη λειτουργία της καρδιάς, μειώνοντας την εμφάνιση προβλημάτων που μπορεί να σχετίζονται με την έλλειψή του.

Ταυτόχρονα, έχει πολλές φορές αναφερθεί σε μελέτες και η σύνδεση του Μαγνησίου με μειωμένα επίπεδα του Διαβήτη τύπου 2 καθώς το Μαγνήσιο είναι ένα στοιχείο που έχει αναφερθεί ότι βοηθά καθώς παίζει σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό της γλυκόζης. Η Υπομαγνησιαιμία μπορεί να επιδεινώσει την αντίσταση στην ινσουλίνη, μια κατάσταση που συχνά προηγείται του διαβήτη ή θα μπορούσε να είναι μια συνέπεια της αντίστασης στην ινσουλίνη. Ο διαβήτη οδηγεί σε αυξημένες απώλειες Μαγνησίου μέσω του ουροποιητικού συστήματος, και η επακόλουθη ανεπάρκεια μαγνησίου θα μπορούσε να βλάψει την έκκριση και την δράση της ινσουλίνης, επιδεινώνοντας με αυτόν τον τρόπο τον έλεγχο του διαβήτη.

Μια ακόμα κατάσταση στην οποία εμπλέκεται το Μαγνήσιο είναι ο σχηματισμός των οστών, ενώ επηρεάζει τις δραστηριότητες των οστεοβλαστών και των οστεοκλαστών. Το Μαγνήσιο επηρεάζει επίσης τις συγκεντρώσεις τόσο της παραθυρεοειδούς ορμόνης όσο και της δραστικής μορφής της βιταμίνης D, οι οποίοι είναι σημαντικοί ρυθμιστές της ομοιόστασης των οστών. Πολλές πληθυσμιακές μελέτες έχουν βρει θετική συσχέτιση μεταξύ της πρόσληψης μαγνησίου και της οστική πυκνότητας. Άλλη έρευνα έδειξε ότι οι γυναίκες με οστεοπόρωση έχουν χαμηλότερα επίπεδα Μαγνησίου στον ορό από τις γυναίκες με οστεοπενία και εκείνων που δεν έχουν οστεοπόρωση ή οστεοπενία. Αυτά και άλλα ευρήματα δείχνουν ότι η ανεπάρκεια Μαγνησίου θα μπορούσε να είναι ένας παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη οστεοπόρωσης.
Αναφορές

  • webmd.com
  • ods.od.nih.gov